Αγαπητή Ίνγκεμποργκ,

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε έπειτα από την πρόσκληση της Αφροδίτης Κοσμά για την εκπομπή της στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ «Carte Postale – Ένας Μεταφραστής Εξομολογείται».

 

Αγαπητή Ίνγκεμποργκ,

χρησιμοποιώ μόνο το μικρό όνομά σας για ευνόητους λόγους. Ελπίζω η απόσταση που καλλιεργεί ο πληθυντικός να εξισορροπεί την αγένεια που συνεπάγεται η αυθαίρετη εκ μέρους μου απόφαση να σας προσφωνήσω με το μικρό σας όνομα. Θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτείτε ότι αυτή τη στιγμή είναι αδύνατον να ζητήσω την άδειά σας και ότι η αναφορά του επωνύμου σας ίσως προκαλούσε κάποιες υποψίες για την πνευματική μου κατάσταση, οι οποίες στο μέλλον μόνο εναντίον μου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Εσείς δεν έχετε τίποτα να φοβάστε.

Άλλωστε, είμαι σίγουρος πως δεν θα λάβετε ποτέ αυτή την καρτ ποστάλ που σας γράφω, για ευνόητους λόγους, επαναλαμβάνω.

Και γιατί τότε αποφασίσατε να μου γράψετε;, θα ρωτούσατε αυθόρμητα, αν, πρώτον, έφταναν ποτέ στα χέρια σας αυτά που γράφω, δεύτερον, τα διαβάζατε και τρίτον, δεν τα σκίζατε, για να τα πετάξετε στον κάλαθο των αχρήστων μαζί με άδεια πακέτα από τσιγάρα, στάχτες και αποτσίγαρα. Και θα είχατε κάθε δίκιο να μου κάνετε αυτή την ερώτηση. Αν την κάνατε ποτέ.

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι όντως κάποια μέρα φτάνουν αυτά που γράφω στα χέρια σας κι εσείς αρχίζετε να τα διαβάζετε, δεν τα σκίζετε, για να τα πετάξετε στον κάλαθο των αχρήστων μαζί με άδεια πακέτα από τσιγάρα, στάχτες και αποτσίγαρα, και αυθόρμητα μου κάνετε όντως την ερώτηση: Και γιατί τότε αποφασίσατε να μου γράψετε;

Επιτρέψτε μου να σας απαντήσω. Θέλω να σας εξομολογηθώ κάτι. Ή, για να είμαι ειλικρινής, θέλω απλώς να εξομολογηθώ κάτι. Όχι απαραίτητα σε εσάς. Ίσως, βέβαια, το εξομολογηθώ να είναι κάπως βαρύ, και να προκαλεί περίεργους συνειρμούς. Αν πάλι έλεγα: θέλω να ομολογήσω κάτι, μπορεί να προκαλούνταν χειρότεροι συνειρμοί. Θα το πω απλά, λοιπόν. Θα το πω απλά: Θέλω να βγάλω κάτι από μέσα μου. Αυτό είναι το σωστό. Θέλω να βγάλω κάτι από μέσα μου. Ούτε να εξομολογηθώ, ούτε να ομολογήσω, ούτε καν να εκμυστηρευτώ. Δεν είν’ η εχεμύθεια το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι να το βγάλω από μέσα μου. Για να τ’ ακούσω με τ’ αυτιά μου. Να με ακούσω, δηλαδή, να το λέω. Γι’ αυτό, δεν θα γράψω απλώς αυτή την καρτ ποστάλ. Μόλις τη γράψω, θα την ηχογραφήσω κιόλας. Για να μπορώ να την ακούσω. Και μία και δύο και δέκα φορές. Όσες χρειαστεί. Δεν μπορώ όμως ν’ αρχίσω να μιλάω έτσι, στον αέρα, μόνος μου. Δεν είμαι τρελός. Πρέπει να με ακούσω να τα λέω σε κάποιον. Και γιατί σε μένα;, θα με ρωτήσετε. Πηγαίντε σ’ έναν ψυχίατρο!, θα μου πείτε. Εσείς έχετε δίκιο, αλλά εγώ δεν δύναμαι. Αυτή τη στιγμή δεν δύναμαι, σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου, καταλαβαίνετε, φαντάζομαι. Και εν πάση περιπτώσει, θα έχω τους λόγους μου που επέλεξα ν’ απευθυνθώ σε εσάς και όχι σε κάποιον άλλον. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, για ευνόητους λόγους. Πέραν τούτου έχω μια αμυδρή αίσθηση ότι δεν αποκλείεται και να έχω ήδη μακρηγορήσει.

Λοιπόν: εγώ είμαι μεταφραστής. Λογοτεχνίας. 26 χρόνια είμαι μεταφραστής. Και ποτέ ως τώρα δεν μου είχε συμβεί, ποτέ ως τώρα δεν είχα αυτό το πρόβλημα. Δηλαδή τον φόβο τον είχα, πού και πού, όχι συνέχεια. Όπως όλοι. Αλλά ποτέ αυτός ο φόβος δεν συνδεόταν με τη δουλειά μου. Μόνο μ’ αυτό το τελευταίο βιβλίο που μετέφραζα πέρυσι είχα αυτό το πρόβλημα. Εννέα μήνες το μετέφραζα. Και 6-7 μήνες πριν αρχίσω να το μεταφράζω μ’ αυτό ασχολούμουν. Αλλά το πρόβλημα άρχισε όταν το μετέφραζα, όχι πριν. Προβλήματα είχα και τους προηγούμενους μήνες, αλλά άλλου είδους, όχι τον φόβο.

Ήταν το μυθιστόρημα μιας Αυστριακής συγγραφέως, ναι, δεν σας είπα ότι μεταφράζω από τα γερμανικά. Δεν θέλω ν’ αναφέρω τίτλο και όνομα τώρα, για ευνόητους λόγους. Εσείς σίγουρα το γνωρίζετε το βιβλίο. Θα σας πω μόνο μία φράση του. Κάπου λέει: Ich habe eine entsetzliche Verantwortung auf mich geladen. Καταλάβατε ποιο βιβλίο εννοώ. Φορτώθηκα μία τρομακτική ευθύνη. Έτσι μετέφρασα αυτή τη φράση.

Όταν είχα αρχίσει να το μεταφράζω, λοιπόν, μ’ έπιασε κάποια στιγμή ξαφνικά αυτός ο φόβος. Δεν μ’ έπιανε όσο δούλευα. Όχι! Όταν δούλευα δεν φοβόμουν. Μπορεί όμως να μ’ έπιανε οποιαδήποτε άλλη ώρα. Και τότε σκεφτόμουν: Αυτό ήταν, πάει, τελείωσε! Θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να μεταφράσω αυτό το βιβλίο. Θα το αφήσω στη μέση. Καταλάβατε; Κι όταν τελείωσα την πρώτη μετάφραση, άρχισα να φοβάμαι ότι θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να τη διορθώσω. Κι όταν έκανα την πρώτη διόρθωση, άρχισα πάλι να φοβάμαι ότι θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να κάνω δεύτερη διόρθωση. Κι όταν έκανα και τη δεύτερη διόρθωση, άρχισα να φοβάμαι ότι δεν θα προλάβω να κάνω μια τελευταία ανάγνωση. Κι όταν έκανα την τελευταία ανάγνωση κι έκανα πάλι κάποιες διορθώσεις και την έστειλα στους εκδότες, άρχισα να φοβάμαι ότι δεν θα προλάβω να γράψω την εισαγωγή. Κι όταν την έγραψα, άρχισα να φοβάμαι ότι θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να γράψω το επίμετρο. Κι όταν το έγραψα το επίμετρο και το έστειλα κι αυτό και την εισαγωγή, άρχισα να φοβάμαι ότι θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να διαβάσω το βιβλίο σελιδοποιημένο, πριν πάει στο τυπογραφείο. Αυτά πέρυσι. Τώρα πια δεν φοβάμαι γι’ αυτό το βιβλίο. Έχει εκδοθεί. Εγώ, όμως, έχω αρχίσει τώρα να μεταφράζω το επόμενο βιβλίο της ίδιας συγγραφέως. Αυτό που έβγαλε έναν χρόνο πριν πεθάνει. Ξέρετε ποιο λέω. Και τώρα φοβάμαι, φοβάμαι πάρα πολύ ότι θα ’ρθει μια μέρα που θ’ αρχίσω να φοβάμαι ότι θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να το μεταφράσω.

Καταλαβαίνετε, αγαπητή Ίνγκεμποργκ, σε τι κατάσταση βρίσκομαι;

Δεν υπογράφω με τ’ όνομά μου, για ευνόητους λόγους.

Με εκτίμηση
Ένα μεταφραστής

 

    

 

 

Leave A Comment