[Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το άρθρο του Γερμανού δημοσιογράφου Τομ Σίμεκ με τον τίτλο «Παζλ με κόκαλα μετά τον βρόμικο πόλεμο», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1995 στην εβδομαδιαία εφημερίδα του Αμβούργου Die Woche και δημοσιεύεται ολόκληρο σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου ως επίμετρο στην επανέκδοση του μυθιστορήματος της Τζέννυ Έρπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις από τις εκδόσεις Καστανιώτη (σελ. 139-147). Η Τζέννυ Έρπενμνπεκ χρησιμοποιεί δύο φράσεις από το άρθρο ως μότο στο μυθιστόρημά της.]
[…]
Τις περισσότερες φορές έχουνε μείνει μερικά κόκαλα μόνο. Συχνά είναι αδιευκρίνιστο σε ποιον άνθρωπο ανήκαν. «Εδώ έχει εξαφανιστεί μία ολόκληρη γενιά», λέει ο Luis Fonderbrider, «μέχρι τώρα δεν υπήρξε καμιά σοβαρή προσπάθεια να διερευνηθεί αυτό». Ο Luis Fonderbrider ανήκει σε μία ομάδα ιατροδικαστών ανθρωπολόγων οι οποίοι εδώ και έντεκα χρόνια σκαλίζουν τους ομαδικούς τάφους της Αργεντινής. Μια δουλειά κατά της λήθης.
Ο Fonderbrider ήταν είκοσι χρονών όταν ξεκίνησε να μαθαίνει αυτό το ιδιόμορφο επάγγελμα. Ένας φοιτητής που του έλειπαν οι φίλοι του. Φίλοι που είχαν εξαφανιστεί ή όπως συνηθίζεται να λέγεται στην Αργεντινή: «τους είχαν εξαφανίσει». Μια παράφραση γι’ αυτούς που εκτέλεσαν εν ψυχρώ και τους έχωσαν σε μαζικούς τάφους, τους τσιμέντωσαν μέσα σε βαρέλια και τους βύθισαν στον ποταμό Rio de la Plata, τους νάρκωσαν και τους πέταξαν από αεροπλάνα στον Ατλαντικό.
Είναι ένα χυδαίο παζλ. Αλλά συγχρόνως, λέει ο Fonderbrider, «μια απτή δυνατότητα να κάνεις κάτι». Από τα περίπου 300 στρατόπεδα των φυλακισμένων της στρατιωτικής δικτατορίας εξαφανίστηκαν τουλάχιστον 10.000, ίσως και 30.000 άνθρωποι. Ο φοιτητής και οι συνάδελφοί του –υπό την επίβλεψη ειδικών– ξεκίνησαν να εντοπίζουν τάφους και να ξεθάβουν πόντο πόντο, κόκαλο το κόκαλο, σχολαστικά όπως οι αρχαιολόγοι. Σύγκριναν τα αρχεία των στρατοπέδων με τις επιγραφές των νεκροταφείων, πήραν συνεντεύξεις από συγγενείς και επιζώντες συγκρατούμενους για να μάθουν περισσότερα: Θεραπείες στα δόντια; Παλιά σπασίματα στα κόκαλα; Τραυματισμοί από χτυπήματα και βασανιστήρια; Ποιον είδαν πού και πότε για τελευταία φορά;
[…]
Η στρατιωτική δικτατορία κράτησε από το 1976 μέχρι το 1983. Διεξήγαγε έναν «βρόμικο πόλεμο» – δήθεν εναντίον ενός αριστερού αντάρτικου, στην πραγματικότητα κυρίως εναντίον μιας πεφωτισμένης μεσαίας τάξης η οποία ασκούσε κριτική και της ήταν εμπόδιο. Ήταν, ομολόγησε την προηγούμενη εβδομάδα ο στρατιωτικός διοικητής της Αργεντινής στρατηγός Marin Balza, μία «σκοτεινή, σχεδόν ανεξήγητη εποχή».
Όταν κατέρρευσε το καθεστώς των στρατιωτικών –με την αποτυχία της παράλογης περιπέτειας με τα Φόκλαντ– συνεχίστηκε παρ’ όλ’ αυτά η προσπάθεια να διερευνηθούν οι εγκληματικές πράξεις. Μια επιτροπή παρουσίασε ντοκουμέντα για τα εγκλήματα. Εννέα μέλη της Χούντας ήρθαν αντιμέτωπα στο δικαστήριο με σχεδόν 800 μάρτυρες. Ο στρατηγός Χόρχε Βιντέλα και ο ναύαρχος Εμίλιο Μασέρα καταδικάστηκαν σε ισόβια. Η λίστα των ποινικών αδικημάτων ήταν μεγάλη: φόνος, απαγωγή, βασανισμός, βαριά κλοπή, πλαστογράφηση ντοκουμέντων, εκβιασμός, απαγωγή ανηλίκων και άλλα πολλά.
[…]
Τώρα οι βρόμικες πληγές πυορροούν. Η ομολογία του Scilingo δεν ασκεί πίεση μόνο στους στρατιωτικούς, είναι και οι συνοδοιπόροι, οι επωφελούμενοι, οι συνεργοί του που βρίσκονται τώρα στα φώτα της δημοσιότητας – οι γιατροί και οι παπάδες, οι δικαστές και οι δημοσιογράφοι οι οποίοι σιώπησαν, συνεργάστηκαν και κερδοσκόπησαν. «Μία νέα γενιά έρχεται», πιστεύει ο δημοσιογράφος Verbitsky, «οι γιοι ανακρίνουν τους πατεράδες τους». Η Αργεντινή, έτσι φαίνεται, τώρα θέλει να μάθει.
[…]

