Το παρακάτω κείμενο συμπεριλαμβάνεται με τον τίτλο «Αντί εισαγωγής» στην έκδοση Ingeborg Bachmann, Μάλινα, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις πότλατς, Αθήνα, 2025 (σελ. 7-9), το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 22 Δεκεμβρίου.
Αν είχαμε τον λόγο, θα είχαμε τη γλώσσα,
δεν θα χρειαζόμασταν όπλα.
Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν
Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1971, δύο χρόνια πριν απ’ τον τραγικό και άδικο θάνατο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (1926-1973). Αυτό ήταν και το μοναδικό μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της ζωής της η από πολύ νωρίς βραβευμένη ποιήτρια, το οποίο θα αποτελούσε το πρώτο μέρος μιας τριλογίας υπό τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου».
Ο «πάπας της λογοτεχνίας», όπως ήταν γνωστός ο κριτικός λογοτεχνίας Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι (1920-2013), θα έγραφε πολλά χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία του και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η “Γκρούπα 47” και η Πρώτη κυρία της»:
«Διάβασα το μυθιστόρημα σαν ποιητική αναφορά για κάποιαν αρρώστια, σαν το ψυχόγραμμα κάποιας βαρειάς πάθησης […] σαν ένα βιβλίο για την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν. […] Και είδα εκείνον τον καιρό, τον Μάρτη του 1971, μες στο μοναχικό μου δωμάτιο στο ξενοδοχείο στη Στοκχόλμη την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν στο γυαλί. Εμφανέστατα μοχθούσε να μην υπεκφεύγει τις ερωτήσεις του ευγενικού ανθρώπου που της έπαιρνε συνέντευξη. Για την “αρρώστια των ανδρών” μιλούσε. Και είπε: “Διότι οι άνδρες είναι ανίατα άρρωστοι… Όλοι”. […]
»Είχα συγκλονιστεί. Ένιωσα, το διαισθάνθηκα: την περιμένει, την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν κάτι τρομαχτικό, ίσως κάποιο τρομερό τέλος, ίσως πολύ σύντομα. Ένας παλιός στίχος γύριζε στο μυαλό μου και δεν έλεγε να μ’ αφήσει ήσυχο. Με ενοχλούσε ακατάπαυστα, μου έγινε έμμονη ιδέα, ο στίχος: “Και δεν επιθυμώ ευθύνη να φέρω για αυτό”.
»Αποφάσισα την κριτική, που περίμεναν από μένα κι απ’ την οποία είχα γράψει κιόλας τη μισή σχεδόν, να μην την ολοκληρώσω σε καμία περίπτωση. Έπρεπε να ενημερώσω τη σύνταξη ότι μ’ εκείνο το μυθιστόρημα είχα αποτύχει, δεν μπορούσα να λειτουργήσω.»1
Ολόκληροι οι δυο στίχοι που γύριζαν στο μυαλό του Ρανίτσκι έχουν ως εξής: «Θα έχουμε πόλεμο δυστυχώς, και δεν επιθυμώ / ευθύνη να φέρω για αυτό» και είναι από το ποίημα του Matthias Claudius (1740-1815) «Τραγούδι του πολέμου».
Η ημιτελής αρνητική κριτική του Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, πιθανότατα μια κριτική «καταπέλτης», η οποία αρχικά δεν ολοκληρώθηκε και δεν δημοσιεύθηκε το 1971 αλλά υπονοήθηκε τελικά με τον παραπάνω τρόπο το 2000, όταν ο κριτικός εξέδωσε την αυτοβιογραφία του, δεν μπορεί να μην συνεκτιμηθεί με την προηγούμενη σελίδα στο βιβλίο του, όπου ο κριτικός λογοτεχνίας μιλά για την τελευταία συνάντησή του με τη συγγραφέα το 1968 στη Ρώμη:
«Στην υποδοχή στην πρεσβεία της Δυτικής Γερμανίας, που πραγματοποιήθηκε μετά, ήρθε προς μεγάλη μου έκπληξη και η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα και συμφωνήσαμε να φύγουμε βιαστικά απ’ το επίσημο πάρτυ. Περάσαμε μερικές ώρες σε διάφορα μαγαζιά του κέντρου. Κατά έναν περίεργο τρόπο δεν μπορώ να θυμηθώ τη συζήτησή μας, το παρουσιαστικό της, όμως, ναι. Μέσα στα τρία χρόνια, που είχαν περάσει από την τελευταία μας συνάντηση, είχε αλλάξει πολύ: η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν ήταν σαφέστατα γερασμένη, το πρόσωπό της φαινόταν σημαδεμένο από κάποιαν αρρώστια. Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο, κάπως εξωφρενικό, μάλλον πολύ ακριβό φόρεμα, το οποίο μου φάνηκε υπερβολικά κοντό».2
Πάνω από μισό αιώνα μετά τη συγγραφή και την πρώτη έκδοση του Μάλινα, είναι πλέον ηλίου φαεινότερο γιατί αυτό το έργο ριζοσπαστικής σύλληψης, ενορχήστρωσης και εκτέλεσης μιας γυναίκας δημιουργού δεν ήταν δυνατόν να τύχει εν γένει θερμής υποδοχής από το ανδροκρατούμενο, ούτως ή άλλως, λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του. Η τύχη του πρώτου μεγάλου μυθιστορήματος μιας σπουδαίας ποιήτριας, το οποίο θα άνοιγε μια τριλογία, ήταν προδιαγεγραμμένη: απαξιώθηκε ουσιαστικά ως αυτοαναφορικό έργο και μάλιστα ως «ψυχόγραμμα κάποιας βαρειάς πάθησης». Η απαξίωση αυτή, που τεχνηέντως στέρησε από το μυθιστόρημα την όποια λογοτεχνική αξία του και συρρίκνωσε την καθολικότητά του, παροπλίζοντάς το ως μεμονωμένη προσωπική υπόθεση –μιας συγκεκριμένης γερασμένης γυναίκας, η οποία ενίοτε φορούσε κάπως εξωφρενικά, μάλλον πολύ ακριβά, υπερβολικά κοντά φορέματα–, δεν οφειλόταν σε κάποια συνειδητά οργανωμένη συνωμοσία του ανδροκρατούμενου κατεστημένου. Αντιθέτως, η απαξίωση αυτή αποτελούσε εκπεφρασμένο σύμπτωμα της πατριαρχικής φύσης του, η οποία αδυνατούσε να το συλλάβει και να το κατανοήσει. Και αυτή η αδυναμία σύλληψης και κατανόησης έγκειτο ακριβώς στο γεγονός ότι το πατριαρχικό κατεστημένο στερούνταν τον λόγο, τη γλώσσα που χρειαζόταν, ώστε να γίνει αποδεκτό το Μάλινα ως λογοτεχνικό έργο μιας μεγάλης γυναίκας δημιουργού, το οποίο ακριβώς λόγω της ριζοσπαστικότητάς του δημιουργούσε το ίδιο τη γλώσσα, τον λόγο που χρειαζόταν, ώστε να γίνει αποδεκτό.

Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία.
Αλέξανδρος Κυπριώτης
Αθήνα, Αύγουστος 2025
1 Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, Η ζωή μου, μτφρ. Αλ. Κυπριώτης, Ίνδικτος, Αθήνα, 2001, σελ. 355.
2 ό.π., σελ. 354.
ΥΓ Ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Μάλινα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

