[Αποσπάσματα από το Επίμετρο του μεταφραστή στην έκδοση: Τζέννυ Έρπενμπεκ, Σκύβαλα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2025, σελ. 135-149]
[…]
Τα Σκύβαλα όπως και την Ιστορία του γερασμένου παιδιού τα διάβασα για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2003, όταν ο «Καιρός, ο θεός της ευτυχούς συγκυρίας», που είχε φέρει κάποια στιγμή τα δυο βιβλία στα χέρια μου, συνέχισε το έργο του, προκαλώντας μου μια μεταφραστική δυστοκία που θα με έκανε να στραφώ στην ανάγνωση, αναζητώντας το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως στη βιβλιοθήκη μου.
Μετά το τέλος της ανάγνωσης της Ιστορίας του γερασμένου παιδιού αποφάσισα ακαριαία ότι έπρεπε, «ήθελα» δεν είναι η σωστή λέξη, να μεταφράσω την Τζέννυ Έρπενμπεκ στα ελληνικά και άρχισα να διαβάζω τα Σκύβαλα, για να βρω το διήγημα εκείνο που θα χρησιμοποιούσα ως πολιορκητικό κριό, ώστε να πείσω τον εκδότη με τον οποίο συνεργαζόμουν κατ’ αποκλειστικότητα τότε ότι αυτή η, συνομήλική μου σχεδόν, Γερμανίδα συγγραφέας, η γεννημένη στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, που δεν υπήρχε πια, έπρεπε να μεταφραστεί στα ελληνικά. Επέλεξα τη «Σιβηρία», το διήγημα με το οποίο η 34χρονη συγγραφέας είχε αποσπάσει στα τέλη Ιουνίου του 2001 το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στις «Μέρες γερμανόφωνης λογοτεχνίας 2001», τον διαγωνισμό για το Βραβείο Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, στο πλαίσιο του οποίου είχε διαβάσει η ίδια το διήγημά της.
Μέχρι τότε είχα μεταφράσει Μπότο Στράους, Τόμας Μαν, Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι και Φραντς Κάφκα. Η Τζέννυ Έρπενμπεκ θα ήταν η πρώτη γυναίκα συγγραφέας που θα μετέφραζα. Κι επειδή πάντα πίστευα ότι οι γυναίκες συγγραφείς όταν είναι σπουδαίες διαθέτουν μία άλλη, ιδιαίτερη, ξεχωριστή ευφυΐα, η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη.
[…]
Ο πολιορκητικός κριός έκανε όντως πολύ γρήγορα τη δουλειά του, ο κύβος ερρίφθη και στις 8 Σεπτεμβρίου 2004 υπέγραφα το συμβόλαιο για την ελληνική μετάφρασή της συλλογής Σκύβαλα. Ήταν δύο μήνες ακριβώς πριν από την παρουσίαση της Ιστορίας του γερασμένου παιδιού στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας, η οποία είχε διοργανωθεί για τις 8 Νοεμβρίου, την ημέρα της 15ης επετείου της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου.
Η ημέρα της παρουσίασης πλησίαζε, η προθεσμία που μας είχε δώσει το Ινστιτούτο Γκαίτε για την αποστολή των ονομάτων των ατόμων που θα έπαιρναν μέρος στην παρουσίαση εκτός από τη συγγραφέα πλησίαζε, οι προσπάθειές μου όμως να επικοινωνήσω με την καθηγήτρια και συγγραφέα Φωτεινή Τσαλίκογλου, η οποία πίστευα ότι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να μιλήσει για την Ιστορία του γερασμένου παιδιού όπως της άξιζε, είχαν μείνει άκαρπες. Δεν μπορούσα να τη βρω στα τηλέφωνα του πανεπιστημίου, δεν είχε απαντήσει στα μηνύματα που της είχα στείλει τόσο στην ηλεκτρονική της διεύθυνση στο πανεπιστήμιο όσο και στην ηλεκτρονική της διεύθυνση στις εκδόσεις Καστανιώτη. Της είχα γράψει ακριβώς αυτό, ότι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να μιλήσει για το βιβλίο όπως του άξιζε και της έδινα απλώς την πρώτη παράγραφο της Ιστορίας του γερασμένου παιδιού, σίγουρος ότι θα πειστεί. Δεν μπορούσα να φανταστώ καμία άλλη λύση. Είχα στηριχτεί στο αυταπόδεικτο της σπουδαίας λογοτεχνίας.
Το μόνο καθησυχαστικό ήταν ότι χάρη σε πρωτοβουλία του εκδότη αποσπάσματα από το βιβλίο θα διάβαζε η σκηνοθέτις Ρούλα Πατεράκη. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάτι καλύτερο. Όταν ένα πρωί χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μου και σηκώνοντάς το άκουσα «Καλημέρα, είμαι η Φωτεινή Τσαλίκογλου», το πρώτο πράγμα που είπα ήταν ένα «Επιτέλους!», το οποίο σίγουρα ακούστηκε αγενές και έσπευσα να το δικαιολογήσω. Μιλήσαμε λίγο για το βιβλίο, κανονίσαμε την αποστολή ενός αντιτύπου και η Φωτεινή Τσαλίκογλου συμφώνησε ότι θα μιλούσε για το βιβλίο.
Ωστόσο, τρεις ημέρες πριν από την παρουσίαση, σε μία τηλεφωνική συνομιλία με την υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του εκδοτικού οίκου για κάποια διαδικαστικά θέματα, μου μεταφέρθηκε ότι «η κυρία Πατεράκη έχει πρόβλημα με τη μετάφραση». Η αλήθεια είναι ότι την ίδια φράση την είχα ακούσει και λίγες ημέρες πριν, από τον ίδιο τον εκδότη, αλλά παρερμηνεύοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο ειπώθηκε το είχα θεωρήσει αστεϊσμό. Ακούγοντάς την όμως για δεύτερη φορά, κατάλαβα ότι υπήρχε όντως πρόβλημα. «Τι πρόβλημα έχει η κυρία Πατεράκη;» ρώτησα. Και η υπεύθυνη των δημοσίων σχέσεων μου είπε: «Δεν μπορεί να περάσει το κείμενο στο κοινό!» Ομολογώ πως δεν περίμενα ν’ ακούσω κάτι τέτοιο, αλλά συνειδητοποιώντας ότι αυτός ο «ψόγος» της μετάφρασης ήταν στην πραγματικότητα ο καλύτερος έπαινος που θα μπορούσε να της είχε δοθεί, είπα «Αυτό μόνο; Θα σας στείλω κάτι που έχει πει η συγγραφέας για το βιβλίο να το δώσετε στην κυρία Πατεράκη».
Έστειλα, λοιπόν, τα παρακάτω λόγια της Έρπενμπεκ, όπου μιλά για την ηρωίδα της:
«Όπως την έχω περιγράψει είναι ένα σάρκινο μπλοκ, πολύ ερμητικά κλειστό. Με είλκυε να το μεταφέρω αυτό στη γλώσσα. Ένα βιβλίο σαν μπλοκ, όπου ως αναγνώστης μένει κανείς πάντα απ’ έξω».
Στην πραγματικότητα η σπουδαία λογοτεχνία είχε επιτελέσει ό,τι έπρεπε να επιτελέσει, είχε επιβληθεί, είχε κυριεύσει την αναγνώστρια αλλά, ακριβώς επειδή μεσολαβούσε η μετάφραση, η αναγνώστρια, δικαίως ίσως, δεν μπορούσε να είναι σίγουρη γι’ αυτό που της είχε επιβληθεί. Δεν μπορούσε να ξέρει τι αλλοιώσεις είχε ενδεχομένως προκαλέσει ο μεταφραστής. Γιατί όταν ένα έργο σπουδαίας λογοτεχνίας μας ξεβολεύει, δεν μας χαϊδεύει τ’ αυτιά και δεν μας χαρίζεται, το πρώτο που σκεφτόμαστε, όταν το διαβάζουμε από μετάφραση, είναι ότι ευθύνεται ο μεταφραστής. Κάποιες φορές ευθύνεται. Κάποιες φορές δεν ευθύνεται. Κάποιες φορές ευθύνεται ο αναγνώστης.
Την ημέρα της παρουσίασης η Φωτεινή Τσαλίκογλου μίλησε βαθύτατα συγκινητικά για το βιβλίο και η Ρούλα Πατεράκη είχε βρει τον τρόπο που έπρεπε να διαβάσει το βιβλίο. Έκανε στην πραγματικότητα μία εξαιρετική ανάγνωση και η συγγραφέας, που καθόταν δίπλα μου στην παρουσίαση, έσκυψε και ενθουσιασμένη μου ψιθύρισε: «Έχει όλο τον ρυθμό!»
Το πρωί εκείνης της ημέρας, πριν από την απογευματινή παρουσίαση, η Τζέννυ Έρπενμπεκ είχε και μία συνέντευξη στο ραδιόφωνο. Όταν συναντηθήκαμε αργότερα, μου είπε ότι ένα από αυτά που τη ρώτησε ο δημοσιογράφος ήταν τι έκανε το βράδυ που έπεσε το Τείχος. Η Τζέννυ Έρπενμπεκ ήταν ειλικρινής. Είπε ότι κοιμόταν σε κάποιας φίλης της.
Πολλά χρόνια αργότερα θα χαρίσει την εμπειρία της αυτή στην Καταρίνα, τη νεαρή πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Καιρός, και θα τη βάλει να περνάει τη νύχτα με τη φίλη της τη Ρόζα, για να καταλήξει η περιγραφή της ερωτικής νύχτας των δύο φίλων στην αποτελούμενη μόνο από μία φράση παράγραφο: «Δυο οικοδομικά τετράγωνα παραπέρα μια νύχτα ολόκληρη είναι η διάβαση των συνόρων στην Μπορνχόλμερ-στράσε». Μία φράση που ίσως ξενίσει τον αναγνώστη, σαν να είναι ημιτελής. Μία φράση που ένας επιμελητής ίσως να έμπαινε στον πειρασμό να διορθώσει. Χωρίς να ρωτήσει. Παρασυρμένος απ’ το ότι αυτή είναι η φύση του επαγγέλματός του: Να διορθώνει. Ο μεταφραστής κανονικά δεν έχει ν’ αντιμετωπίσει τέτοιους πειρασμούς. Ο μεταφραστής ρωτάει, όταν δεν είναι σίγουρος. Κάποιες φορές ρωτάει ακόμα κι όταν είναι σίγουρος. Και μετά μεταφράζει:
«Δυο οικοδομικά τετράγωνα παραπέρα μια νύχτα ολόκληρη είναι η διάβαση των συνόρων στην Μπορνχόλμερ-στράσε».
Στα διηγήματα της συλλογής Σκύβαλα βλέπουμε αγαπημένα θέματα της συγγραφέως: παρακμή, κατάρρευση, απώλεια, προδοσία.
[…]
Η Τζέννυ Έρπενμπεκ έχει έναν εξαιρετικό τρόπο να πατάει στην πραγματικότητα, σε εμπειρίες ανθρώπων με σάρκα και οστά, σε εμπειρίες δικές της και εμπειρίες άλλων, να παντρεύει εμπειρίες ανθρώπων από διαφορετικές εποχές και να τις μεταμορφώνει σε μυθοπλασία που έχει σφυγμό, γιατί έχει αίμα. Εγγύηση ότι η μυθοπλασία της Έρπενμπεκ θα είναι πάντα σπουδαία λογοτεχνία αποτελούν δύο χαρακτηριστικά της συγγραφέως: η καθαρή ματιά κι η ειλικρίνειά της. Η καθαρή ματιά κι η ειλικρίνεια δεν πρέπει να συγχέονται ή να ταυτίζονται με την αλήθεια. Όταν η ματιά είναι καθαρή, η ειλικρίνεια μπορεί και εκφράζει πολλές αλήθειες.
[…]
Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο αποκρυσταλλώνεται και παγιώνεται μέσα μου η πεποίθηση ότι η σπουδαία λογοτεχνία είναι αυταπόδεικτη. Η σπουδαία λογοτεχνία επιβάλλεται στον αναγνώστη, δεν του χαρίζεται, κάμπτει τις όποιες αντιστάσεις του, δεν του χαϊδεύει τ’ αυτιά, του υποβάλλει τον αναγνωστικό της ρυθμό, τον παρασύρει, τον κυριεύει και τον μεταμορφώνει. Δεν έχει ανάγκη στην πραγματικότητα κανένα εισαγωγικό σημείωμα με οδηγίες προς ναυτιλλομένους.
Το ότι η σπουδαία λογοτεχνία είναι αυταπόδεικτη σημαίνει ότι η σπουδαία λογοτεχνία δεν μπορεί να αποτελεί ζήτημα ορέξεως, αλλά αντίθετα συνιστά βιωματική εμπειρία που μετριέται σε άλλη κλίμακα από εκείνη της αρέσκειας ή δυσαρέσκειας του εκάστοτε αναγνώστη της. Το αν και κατά πόσο αρέσει ή δεν αρέσει καταληκτικά ένα έργο σπουδαίας λογοτεχνίας είναι κάτι εντελώς αλλότριο, το οποίο εξαρτάται από πολλούς εξω-λογοτεχνικούς παράγοντες και κατά συνέπεια δεν αφορά επ’ ουδενί τη σπουδαία λογοτεχνία αυτή καθεαυτήν.
Σημαίνει άραγε αυτό ότι δεν επιτρέπεται να κρίνεται, να αξιολογείται και να αποτιμάται ένα έργο σπουδαίας λογοτεχνίας βάσει μιας προσωπικής, συνειδητά υποκειμενικής ή θεωρητικά αντικειμενικής κλίμακας, την οποία μπορεί να εφαρμόζει ο εκάστοτε αναγνώστης του; Κάθε άλλο. Σημαίνει απλώς ότι ο λόγος που αρθρώνεται με τέτοιους όρους δεν αφορά επ’ ουδενί το έργο που κρίνεται αλλά το υποκείμενο που κρίνει, αφού ό,τι κατατίθεται αποκαλύπτει άλλοτε γνωστές και άλλοτε άγνωστες πτυχές του υποκειμένου που καταθέτει, χωρίς φυσικά να προσδίδεται κάτι επιπλέον στο έργο που κρίνεται και χωρίς ασφαλώς να του αφαιρείται το ελάχιστο. Γιατί το έργο ήταν, είναι και θα είναι· νυν και αεί. Γιατί η σπουδαία λογοτεχνία «οὐδέποτε πίπτει· εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται».
[…]
Αλέξανδρος Κυπριώτης
Αθήνα, Ιούλιος 2025
ΥΓ Όλα τα έργα της Τζέννυ Έρπενμπεκ στα ελληνικά κυκλφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

