«Οι γυάλες έχουν σπάσει, τα μπαλόνια έχουν σκάσει. Τα θραύσματά τους έχουν ήδη πέσει πάνω μας».

Μια συνομιλία, που ήθελα να κάνω πολύ καιρό, με τη μεταφράστρια Σούλα Ζαχαροπούλου με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας της μετάφρασης, της σπονδυλωτής νουβέλας Αυτό που πραγματικά θέλουμε του Φόλκερ Μπράουν (γεν. 1939), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έναστρον.

 

Α.Κ.: Γεια σου, Σούλα, σ’ ευχαριστώ που αποδέχτηκες την πρόσκληση γι’ αυτή τη συνομιλία. Μιλάμε στον ενικό, βέβαια, αφού γνωριζόμαστε πολλά χρόνια πια.

Σ.Ζ.: Γεια σου, Αλέξανδρε. Σε ευχαριστώ για την πρόσκληση και εννοείται μιλάμε στον ενικό.

Α.Κ.: Διάβασα στο εισαγωγικό σου σημείωμα, που ανοίγει την έκδοση, ότι είχε κυκλοφορήσει παλιότερα και ένα άλλο βιβλίο του Μπράουν στα ελληνικά, αλλά ομολογώ ότι δεν το ήξερα. Ξέρω βέβαια ότι το συγκεκριμένο βιβλίο που μόλις εκδόθηκε ήταν δική σου πρόταση προς τις εκδόσεις Έναστρον. Μπορείς να μου πεις πώς ανακάλυψες εσύ τον Φόλκερ Μπράουν;

Σ. Ζ.: Ναι, ήταν το Ιστορία χωρίς τέλος, σε μετάφραση της Κατερίνας Μαυροκεφαλίδου το 1992 από τις εκδόσεις Δελφίνι. Τον Φόλκερ Μπράουν δεν τον ανακάλυψα πρόσφατα. Η λογοτεχνία με ενδιέφερε ανέκαθεν όμως λόγω των βιωμάτων μου (σπούδασα φιλοσοφία στη ΓΛΔ) αλλά και επειδή με ενδιαφέρει η ιστορία και εξέλιξη των πρώην σοσιαλιστικών χωρών γενικά αλλά και η λογοτεχνία ειδικότερα αποφάσισα να ασχοληθώ πιο συγκεκριμένα μεταφράζοντας Γερμανούς συγγραφείς που κατάγονταν από τη ΓΛΔ ή είχαν μεγαλώσει ή είχαν ζήσει στη ΓΛΔ. Από αυτούς λοιπόν τους συγγραφείς δεν θα μπορούσε να λείπει ο Φόλκερ Μπράουν, ο οποίος είναι ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας.

Α.Κ.: Γιατί θεωρείς τον Μπράουν πολύ σημαντικό συγγραφέα;

Σ.Ζ.: Για πολλούς λόγους. Ενδεικτικά αναφέρω: πρώτον, είναι ένας συγγραφέας, ο οποίος έχει τον απόλυτο έλεγχο της γλώσσας. Εξάλλου ο ίδιος έχει πει ότι μέσα σε λίγες λέξεις πρέπει να λέγονται πολλά. Και το καταφέρνει με ακρίβεια. Διαλέγει μία μία τις λέξεις για να εκφράσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ιστορίας και τις αντιφάσεις αυτής. Δεύτερον, είναι εξαιρετικά διαβασμένος και καλλιεργημένος. Μέσα από τις γνώσεις και τις εμπειρίες του είναι σε θέση να μεταφέρει λογοτεχνικά τις βαθύτερες ανησυχίες του ανθρώπινου νου στο χθες και στο σήμερα. Τρίτο, επιλέγει να το κάνει έχοντας συνείδηση της ιστορικής πραγματικότητας και της δικής του θέσης μέσα σε αυτήν. Τέταρτο, δεν υποκύπτει στις φωνές για μια ελαφρότητα στη συγγραφή και στην αντίληψη για τη ζωή ως εισιτήριο επιτυχίας. Πέμπτο, έχει λόγο και δράση σε δύσκολες ιστορικές περιόδους. Και έκτο, επειδή διαβάζοντας τα βιβλία του με βάζει στη διαδικασία να ξανασκεφτώ, να ξαναψάξω, να διαβάσω εκ νέου. Εν ολίγοις με τα γραπτά του ξύνει τη συνείδησή μου και ελπίζω και άλλων αναγνωστών. Και όταν ένας συγγραφέας καταφέρνει να «ανησυχήσει» έναν αναγνώστη τότε αυτό – μεταξύ άλλων – τον κάνει πολύ σημαντικό.

Α.Κ.: Θα συμφωνήσω ότι είναι πολύ σημαντικά αυτά τα χαρακτηριστικά που ανέφερες. Θα ήθελα όμως να μείνω λίγο σ’ αυτό που είπες για τον λόγο και τη δράση του σε δύσκολες ιστορικές περιόδους. Θα μπορούσες να μας αναφέρεις κάποιο ή κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα;

Σ.Ζ.: Στη ΓΛΔ ο Μπράουν ήταν κομματικό μέλος, είχε ενεργό πολιτική δράση.

Α.Κ.: Όταν λες ότι ήταν κομματικό μέλος, εννοείς ότι ήταν μέλος του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας, του κυβερνώντος κόμματος, του SED.

Σ.Ζ.: Ναι, ακριβώς. Και μάλιστα δεν ήταν πάντα σύμφωνος. Αργότερα ήρθε σε ρήξη με αυτό. Είτε συμφωνούσε πάντως είτε όχι αυτό συνιστά πολιτική δράση. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων διαδηλώσεων του 1989 συμμετείχε επίσης ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις. Αυτό που εννοώ όμως εδώ είναι ότι ο Μπράουν, όπως εγώ τουλάχιστον το καταλαβαίνω, χρησιμοποιεί τον λόγο του, τα γραπτά του ως «εργαλείο» δράσης. Μέσα από αυτά εκφράζει τους προβληματισμούς του αλλά και την πεποίθησή του π.χ ότι αυτό που υπήρχε στην ΓΛΔ έπρεπε να αλλάξει αλλά, παραφράζοντάς τον κάπως, και η κατάληξη στο βοθροκάναλο του καπιταλισμού δεν αποτελεί εντέλει απάντηση στην ανάκτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ανάγκης για μια βιώσιμη πραγματικότητα που θα ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες ανάγκες και θα τις εκπληρώνει.

Α.Κ.: Κάτι που υποστηρίζει και η πολύ νεότερή του Τζέννυ Έρπενμπεκ, που το 1989 ήταν 22 χρονών και 10 χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, Ιστορία του γερασμένου παιδιού. Θυμάμαι σ’ ένα παλιό της άρθρο του 2001, με τον τίτλο «Στο επέκεινα των αχρήστων», έγραφε: «Νικήσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό, γι’ αυτό η χαρά μας μοιάζει κάποιες φορές με μίσος».

Σ.Ζ.: Ναι, έτσι είναι. Υπήρχε και υπάρχει πολύς κόσμος, ο οποίος είτε δεν ήθελε είτε δεν φαντάστηκε ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν τόσο άσχημα. Όπως γράφει ο Μπράουν χαρακτηριστικά στο τελευταίο του βιβλίο, «O παγκόσμιος υπολογιστής αυτοκτόνησε και χρειάζεται επανεκκίνηση». Να επανέρθω όμως στην προηγούμενη ερώτησή σου δίνοντας ένα ακόμη παράδειγμα. Ο Μπράουν έγραφε το ’98 ότι η ιστορία προσφέρεται για εκπλήξεις και ότι βλέπουμε σοσιαλισμούς να εξαφανίζονται βουλιάζοντας. Θεωρεί επίσης ότι η καπιταλιστικοποίηση όλου του κόσμου δεν είναι, όπως γράφουν οι δυτικές εφημερίδες, το τέλος της ιστορίας αλλά η αναβολή μιας μεγάλης ελπίδας.

Α.Κ.: Θα σε διακόψω πάλι, για να πω ότι η Έρπενμπεκ έχει δηλώσει αρκετές φορές ότι για την ίδια, την οικογένειά της, φίλους της και πολλούς άλλους η πτώση της ΓΛΔ ήταν ένα πισωγύρισμα, γιατί θεωρούσαν ότι είχαν ξεμπερδέψει πια με τον καπιταλισμό. Αλλά και η «επανεκκίνηση» του Μπράουν που ανέφερες και πολύ περισσότερο «η αναβολή μιας μεγάλης ελπίδας» βοηθάνε να δει κανείς από μια άλλη οπτική και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως τον αποκαλούσαμε, και την Επανένωση των δύο Γερμανιών, αλλά κυρίως το τώρα και το μέλλον.

Σ.Ζ.: Αυτό που αναφέρεις είναι πολύ σημαντικό. Θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου να επανεξετάσουμε εκείνη την τόσο ταραχώδη ιστορική εποχή, να την βάλουμε να σταθεί στα πόδια της. Τώρα έχουμε ξεπεράσει, τουλάχιστον χρονικά, το πρώτο σοκ – για τους «νικητές» την υστερία της νίκης και για τους «χαμένους» το σοκ της ήττας. Επίσης ιδιαίτερα στις μέρες μας, που έχουμε φτάσει στο χείλος του γκρεμού, τα χιλιάδες παιδιά στην Παλαιστίνη μάλιστα τα έχουν ήδη ρίξει στον γκρεμό με τον πιο απάνθρωπο και φρικαλέο τρόπο, ιδιαίτερα σήμερα λοιπόν καταλαβαίνουμε πλέον ότι ο καπιταλισμός με βεβαιότητα δεν μπορεί να είναι λύση για μια αξιοπρεπή ζωή για όλους τους ανθρώπους. Και επιτέλους θα πρέπει να απαιτήσουμε να πάρουμε τη ζωή μας πίσω ηχηρά, συλλογικά και όχι σιωπηλά και κατά μόνας. Το σύνολο του έργου του Μπράουν συνιστά, θα έλεγα, ένα εργαλείο σκέψης, αναστοχασμού και δράσης για εμάς τους αναγνώστες επίσης, στο βαθμό βέβαια που αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει άρρηκτη σύνδεση θεωρίας και πράξης.

Α.Κ.: Έχεις βρει κατά την ενασχόλησή σου με τη ζωή και το έργο του Μπράουν κάποιες πληροφορίες για τη δράση του πριν το 1989; Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τώρα, γνωρίζουμε τι στάση κράτησε ο Μπράουν στην υπόθεση του Βολφ Μπίρμαν το ’76 ή και νεότερος ακόμα το ’68 με την Άνοιξη της Πράγας;

Σ.Ζ.: Ο Μπράουν ήταν υπέρμαχος της Άνοιξης της Πράγας. Θεωρούσε ότι ήταν ιστορική ευκαιρία για μια σοσιαλιστική ανανέωση. Όσον αφορά στον Μπίρμαν ήταν από εκείνους που υπέγραψε, όπως και πολλοί άλλοι διανοούμενοι της εποχής, π.χ η Κρίστα Βολφ, ενάντια στην αφαίρεση της ιθαγένειας που κατείχε ο Μπίρμαν στην ΓΛΔ. Ωστόσο μεταγενέστερα έχει κάπου δηλώσει ότι δεν ξέρει αν σήμερα θα έκανε το ίδιο. Να θυμίσουμε εδώ ότι ο «αριστερός» Μπίρμαν ξεκίνησε από τον ευρωκομμουνισμό, πέρασε στους οικολόγους πράσινους, στήριξε την επέμβαση στο Ιράκ και το μακελειό του επίσης άμαχου πληθυσμού που ακολούθησε εκεί, στήριξε επίσης τη γνωστή σε όλους μας συντηρητική κυβέρνηση της Μέρκελ και άλλα πολλά. Αυτά τα αναφέρω για να απομυθοποιήσουμε κάπως το «φαινόμενο Μπίρμαν» με την ιστορική γνώση που πλέον διαθέτουμε και για να τονίσω για άλλη μια φορά ότι χρειάζεται η επανεξέταση εκείνης της συγκλονιστικής εποχής σε άλλες βάσεις, με άλλη ματιά.

Α.Κ.: Καλά κάνεις και αναφέρεις την πολιτική στάση που κράτησε αργότερα ο Μπίρμαν, ωστόσο θεωρώ ότι όταν του αφαιρέθηκε η ιθαγένεια και πολύ σωστή ήταν και πολύ θαρραλέα η στάση όσων αντιτάχθηκαν ρητά. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μάθουμε, αν ξέρεις, γιατί δήλωσε αυτό που δήλωσε ο Μπράουν.

Σ.Ζ.: Ναι, ίσως και να ήταν. Θαρραλέα ήταν, πολύ σωστή, ίσως, δεν είμαι σίγουρη. Είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα όλο αυτό και πολλά τα ζητήματα που προκύπτουν. Νομίζω θα μπορούσε να ήταν ένα θέμα συζήτησης από μόνο του. Η αλήθεια είναι ότι δεν το έχω ψάξει τόσο ενδελεχώς για τη συγκεκριμένη δήλωση του Μπράουν. Οπότε δεν θα μπορούσα αυτή τη στιγμή να απαντήσω με μεγαλύτερη ακρίβεια στο γιατί έκανε αυτή τη δήλωση.

Α.Κ.: Συγχρόνως όμως ανοίγεις και μια άλλη τεράστια συζήτηση, νομίζω, για το τι ρόλο παίζει η πολιτική στάση ενός δημιουργού στην πρόσληψη του έργου του και στην επανεκτίμησή του. Θα το έχεις ακούσει κι εσύ φαντάζομαι να λέγεται ότι το έργο είναι έργο και δεν πρέπει να μας ενδιαφέρουν οι πολιτικές απόψεις του δημιουργού του.

Σ.Ζ.: Ο Φόλκερ Μπράουν είναι γνωστός ως πολιτικός συγγραφέας και μάλιστα μαρξιστής. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι τα πάντα είναι πολιτική και ο καθένας έχει μια πολιτική άποψη και στάση στη ζωή. Ακόμη και η συγκεκριμένη αντίληψη που αναφέρεις «το έργο είναι έργο και δεν πρέπει να μας ενδιαφέρουν οι πολιτικές απόψεις του δημιουργού του» είναι σαφέστατα πολιτική άποψη. Και η οποία παίρνει συνήθως πολύ πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και εκφράζεται πολύ πολύ συγκεκριμένα σε περιόδους ιστορικής-πολιτικής όξυνσης. Δες για παράδειγμα με τη γενοκτονία που γίνεται στην Παλαιστίνη. Στην αρχή πολλοί συγγραφείς έπαιρναν γενικά δήθεν θέση «υπέρ της ειρήνης» και όλα αυτά τα ωραία γενικόλογα. Όταν εξελίχθηκαν τα πράγματα και έγιναν πιο βίαια, πιο κρίσιμα για όλες τις πλευρές άρχισαν και οι συγγραφείς να παίρνουν συγκεκριμένη πολιτική θέση. Θυμάσαι βέβαια εκείνη την επιστολή ορισμένων Γερμανών συγγραφέων, ανάμεσα στους οποίους και κάποιοι επιφανέστατοι «άκρως δημοκρατικοί».

Α.Κ.: Φυσικά και τη θυμάμαι. Και την ελεεινή επιστολή και τον ελεεινό τρόπο με τον οποίο διαφημίστηκε. Αλλά θα επανέλθουμε σ’ αυτή την επιστολή αργότερα.

Σ.Ζ.: Από την άλλη σαφέστατα μπορεί ένας καλλιτέχνης ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση να παράξει όμορφο έργο. Ένας ζωγράφος π.χ, είτε συντηρητικός, είτε προοδευτικός μπορεί να ζωγραφίσει έναν όμορφο πίνακα. Τι ζωγραφίζει όμως στο σύνολο του αυτός ο ζωγράφος, πώς το προωθεί, ποιος το στηρίζει, τι στάση κρατάει με το έργο του μέσα στην κοινωνία, ποια στάση κρατάει η κοινωνία απέναντι στο έργο του, ε, όλα αυτά είναι πολιτική.

Α.Κ.: Σαφέστατα. Με την ίδια λογική, δεν είναι πολιτική και η στάση που κρατάει ένας μεταφραστής ή μια μεταφράστρια, όσον αφορά τα έργα που επιλέγει να μεταφράσει; Όσο βέβαια της το επιτρέπουν ή του το επιτρέπουν να το κάνει αυτό οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει.

Σ.Ζ.: Εννοείται. Σε μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις, «ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΣ, αυτός ήταν ο κανόνας», για να θυμηθούμε τον Μπράουν, όπου δεσπόζουν η αδικία, η οικονομική ανέχεια, η φτώχεια, η κτηνώδης, λυσσαλέα επίθεση σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, και στις μέρες μας πλέον η κτηνωδία του πολέμου να έχει φτάσει σε επίπεδα που δυσκολεύεται κανείς να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να την περιγράψει, μου είναι αδύνατον να φανταστώ ότι ο μεταφραστής, ή και οποιοσδήποτε άλλος, παράγει έργο ανεπηρέαστος από το τι γίνεται γύρω του. Σαν να ζει δηλαδή κλεισμένος σε μια γυάλα, σ’ ένα μπαλόνι κενού αέρος. Η στάση που κρατάει ένας μεταφραστής (οποιαδήποτε και αν είναι αυτή) είναι, κατά τη γνώμη μου, πολιτική. Από το ποια βιβλία επιλέγει ή προτείνει στον εκδότη να μεταφραστούν, από τα συμβόλαια που υπογράφει ή δεν υπογράφει, από τους χρόνους που αναγκάζεται πολλές φορές να διατηρήσει σε βάρος του μεταφραστικού του έργου μέχρι την απόφαση να διεκδικήσει και συλλογικά τα εργασιακά του δικαιώματα και πάρα πολλά άλλα αποτελούν παράγοντες διαμόρφωσης της στάσης ενός μεταφραστή, μιας μεταφράστριας. Δεν γνωρίζω κανένα έργο που να μην είναι πολιτικό, που να μην συνδέεται με κάποιον τρόπο με την ίδια τη ζωή, να μην προέρχεται από την ίδια τη ζωή. Το κεφαλαιώδες πλέον ζήτημα είναι το αν ΚΑΙ ως μεταφραστές θα κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά μας στη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε ή αν θα πάρουμε ανοιχτά και καθαρά θέση απέναντι σε αυτή. Οι γυάλες έχουν σπάσει, τα μπαλόνια έχουν σκάσει. Τα θραύσματά τους έχουν ήδη πέσει πάνω μας.

Α.Κ.: Περιγράφεις πολύ παραστατικά αυτή την αγριότητα που ζούμε. Θα ήθελα να επανέλθουμε και σε αυτό, στην πολιτική στάση των ανθρώπων που μεταφράζουν. Αλλά αυτό με τις γυάλες, τα μπαλόνια και τα θραύσματα που είπες νομίζω ότι μας φέρνει στο σημείο να μας πεις δυο λόγια για τις τρεις ιστορίες που συνθέτουν τη σπονδυλωτή νουβέλα του Φόλκερ Μπράουν Αυτό που πραγματικά θέλουμε. Να μας συστήσεις λίγο τους χαρακτήρες και να μας αποκαλύψεις τον τόπο και τον χρόνο των ιστοριών τους.

Σ.Ζ.: Οι τρεις μικρές ιστορίες του βιβλίου είναι μεν αυτοτελείς αλλά όσον αφορά το περιεχόμενο και την ουσία του προβληματισμού αλληλένδετες. Η πρώτη, έχει τον ίδιο τίτλο όπως και το βιβλίο «Αυτό που πραγματικά θέλουμε», εκτυλίσσεται στην Ιταλία και πρωταγωνιστούν δύο ζευγάρια. Το πρώτο είναι ένα μεγάλο σε ηλικία ζευγάρι Ιταλών, ο Τζόρτζιο Μπαντίνι και η Λουτσία, και το δεύτερο ένα νεαρό ζευγάρι Αλβανών προσφύγων, ο Γκέργκι και η Λουίζα. Οι πρώτοι είναι κάτοχοι ενός μεγάλου αγροκτήματος, που κληρονόμησε ο συνταξιούχος καθηγητής πανεπιστημίου Τζόρτζιο από τον εργάτη πατέρα του. Αναρωτιούνται αν τελικά θα πρέπει να παραδώσουν τους πρόσφυγες, που τους βρίσκουν μια μέρα γυρνώντας σπίτι τους, για να μην βρούνε τον μπελά τους ή αν θα πρέπει να τους κρατήσουν μιας και θα μπορούσαν να έχουν προσωπικό όφελος αφού οι δύο Αλβανοί είναι νέοι και θα μπορούσαν να τους εξυπηρετούν στις καθημερινές δουλειές του αγροκτήματος. Οι τελευταίοι είναι φοβισμένοι, έτοιμοι να μείνουν ή να φύγουν αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Η δεύτερη ιστορία με τον τίτλο «Έτσι έχουν τα πράγματα» εκτυλίσσεται στη Σιβηρία λίγο μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Πρωταγωνιστές είναι ένα ζευγάρι ο Ζαχάρ Μπασκίν, απολυμένος μηχανικός στη σιδηροδρομική γραμμή ΒΑΜ, ένα τεράστιο έργο που συντηρούσε εκατοντάδες οικογένειες, και η γυναίκα του η Βαρβάρα. Αυτό το ζευγάρι λοιπόν δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τη διάλυση και τον απόλυτο ξεπεσμό της ζωής του. Έρχεται σε αντιπαράθεση με τις συνέπειες της βίαιης φτωχοποίησης της νέας γενιάς, την οποία «αντιπροσωπεύει» ο ανιψιός του Μπασκίν ο Σεργκέι, ένας εξαθλιωμένος μέθυσος, ο οποίος δεν βλέπει καμιά προοπτική. Ο Στεπάν Γιακούμπικ, πρώην καθηγητής επαγγελματικής σχολής, εκπροσωπεί, θα έλεγα, τη διανόηση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που επίσης βιώνει την ανεργία και την εξαθλίωση του νέου συστήματος και εκφράζει με σαρκασμό τόσο τις καθημερινές μικρές αλήθειες όσο και τις μεγάλες μαρξιστικές αναλύσεις διαβάζοντας αποσπάσματα από το βιβλίο του φιλοσόφου Σεργκέι Τρετιακόφ. Η τρίτη ιστορία, με τον τίτλο «Τι έρχεται», διαδραματίζεται στη Βραζιλία. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ένας μικρός αλητάκος, ο Χόρχε, τον οποίο αρπάζει στην κυριολεξία από τον δρόμο ένας γηραιός αρχιτέκτονας, ο Μπόρχες. Την ιστορία συμπληρώνουν οι συνεργάτες του αρχιτέκτονα, άβουλα πλάσματα, αλλά τουλάχιστον έχουν βρει τον δρόμο τους κοντά του, η μαύρη υπηρέτρια, εξαιρετικός συμβολισμός, και η πουτάνα, την οποία γνωρίζει καλά και επισκέπτεται ήδη εδώ και χρόνια ο αρχιτέκτονας. Να συμπληρώσω εδώ ότι ο αρχιτέκτονας είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ο Μπράουν έγραψε την τρίτη αυτή ιστορία, η οποία είναι πραγματική, εκτός από το τέλος της, το οποίο μένει ανοιχτό, όπως άλλωστε και στις άλλες δύο ιστορίες, μετά από μια συνάντησή του με τον διεθνούς φήμης Βραζιλιάνο κομμουνιστή αρχιτέκτονα Όσκαρ Νίμαγερ, τον πατριάρχη της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, όπως τον αποκαλούσαν, σε ένα συνέδριο για τον Μπρεχτ που είχε γίνει στη Βραζιλία.

Α.Κ.: Ποιο είναι το νήμα που ενώνει όλες τις ιστορίες, που τις κάνει αλληλένδετες όπως είπες παρά την αυτοτέλειά τους.

Σ.Ζ.: Βασική αντίληψη του Φόλκερ Μπράουν είναι ότι σε όλο τον πλανήτη υπάρχουν τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες αναζητήσεις και η απάντηση δεν είναι μόνο μία. Η κυρίαρχη αντίθεση «ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΣ» διαπερνά τη σκέψη του και το έργο του όλο. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2000, μια δεκαετία μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού, τη δεκαετία των έντονων προσφυγικών ροών στις χώρες της δυτικής Ευρώπης και της εκλογής της κυβέρνησης του Καρντόσο από το ’95 μέχρι το 2000 στη Βραζιλία, που κυρίως μέσω των ιδιωτικοποιήσεων σε βασικούς κοινωνικούς τομείς ενίσχυσε τη φτώχεια, την ανεργία, τη διακίνηση ναρκωτικών και τον αναλφαβητισμό. Η δεκαετία που ο Μπράουν συνέλεξε το υλικό για το βιβλίο του Αυτό που πραγματικά θέλουμε είναι η δεκαετία που οι υποσχέσεις για ένα καλύτερο μέλλον αρχίζουν πλέον, μετά τις πομπώδεις παραπλανητικές υποσχέσεις στους λαούς, ειδικά του πρώην ανατολικού μπλοκ, να καταρρέουν. Η βαρβαρότητα και η αντιμετώπιση των προσφύγων-ανθρώπων ως παρακατιανών αποκτά πλέον στέρεες βάσεις, για να φτάσει σήμερα στο σημείο της αποανθρωποποίησης και της ωμής και ανεξέλεγκτης βίας.

Α.Κ.: Θα ήθελα να επανέλθουμε τώρα σ’ εκείνη την επιστολή που υπέγραφαν πολλά ονόματα της γερμανικής λογοτεχνικής βιομηχανίας, ξεπλένοντας ουσιαστικά τη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας. Είχα γράψει τότε ότι την επιστολή την είχαν υπογράψει και κάποιοι που είχα μεταφράσει και εγώ, εννοώντας ουσιαστικά κάποια αποσπάσματα κάποιου θεατρικού της Γέλινεκ που είχα μεταφράσει μαζί με τη Μαρίνα Αγαθαγγελίδου και ένα διήγημα της Τερέζια Μόρα, ένα εξαιρετικό βιβλίο της οποίας είχα προτείνει πριν από χρόνια στην Ίνδικτο, το Όλες τις μέρες, και το είχε μεταφράσει εξαιρετικά πάλι η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου. Και είχα γράψει ότι δεν θέλω πια να μεταφράσω έργα ανθρώπων που υπέγραψαν αυτή την επιστολή ούτε να τα δω μεταφρασμένα. Λίγο αργότερα μου έγινε μια πρόταση να εκδώσω στη βαλίτσα ένα θεατρικό της Γέλινεκ. Αρνήθηκα και εξήγησα τον λόγο. Όσο η γενοκτονία στην Παλαιστίνη συνεχιζόταν, έβλεπα διάφορους ανθρώπους του χώρου, συγγραφείς και μεταφραστές, εννοώ, να κρατάνε μια παρόμοια στάση με τους Γερμανούς που υπέγραψαν εκείνη την επιστολή και ένιωσα ότι ούτε το έργο αυτών, το συγγραφικό ή το μεταφραστικό, με ενδιαφέρει πια, δεν έχω λόγο να το παρακολουθώ. Και επανέρχομαι έτσι και στην πολιτική στάση των ανθρώπων που μεταφράζουν. Νιώθω ότι μακρυγορώ για να πω κάτι που θεωρώ αυτονόητο και το μοιράζομαι τώρα μαζί σου, δημόσια βέβαια, γιατί νομίζω ότι πρέπει ν’ ακουστεί κι αυτό. Ποτέ δεν με κάλυπτε, και πόσο μάλλον σήμερα πια, ένας γοητευτικός, γενικά κι αόριστα, κόσμος της λογοτεχνίας.

Σ.Ζ.: Συμφωνώ απολύτως μαζί σου. Ένα μόνο εύχομαι, ως μεταφραστές να σταθούμε στη σωστή πλευρά της ιστορίας, στην πλευρά των κατακτημένων, βασανισμένων και καταπιεσμένων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Είμαι σίγουρη ότι θα υπάρχουν πάντα συγγραφείς που θα χρησιμοποιούν τον γραπτό λόγο ως όπλο προβληματισμού, αφύπνισης και αντίστασης όπως επίσης και μεταφραστές που θα μεταφέρουν αυτόν τον λόγο στις γλώσσες όλου του κόσμου.

Α.Κ.: Με αυτή την ευχή νομίζω μπορούμε και να κλείσουμε την κουβέντα μας, εκτός αν θέλεις να προσθέσεις κάτι ακόμα.

Σ.Ζ.: Όχι, ευχαριστώ και πάλι για την πρόσκληση.

Α.Κ.: Εγώ σ’ ευχαριστώ.

 

ٍٍΈνα απόσπασμα από το βιβλίο Αυτό που πραγματικά θέλουμε του Φόλκερ Μπράουν στη μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου μπορείτε να διαβάσετε στο Logotexnia21.
Η Σούλα Ζαχαροπούλου έχει μεταφράσει επίσης Κρίστα Βολφ (Υπό τας φιλύρας, Σκαρίφημα, 2022), Στέφαν Λέσσενιχ (Τα όρια της Δημοκρατίας. Η συμμετοχή ως διανεμητικό πρόβλημα, Έναστρον, 2021), Μάικε Βάισπφλουγκ (Χάννα Άρεντ. Η τέχνη να σκεφτόμαστε πολιτικά, Έναστρον, 2024), Χανς  Φάλλαντα (γράμματα, Logotexnia21), Ίνγκε Μύλλερ (ποιήματα και πεζά, Logotexnia21) και Τομ Σίμεκ («Παζλ με κόκαλα μετά τον βρόμικο πόλεμο», στο: Τζέννυ Έρπενμπεκ, Σκύβαλα, Καστανιώτης, 2025).

 

 

 

Leave A Comment