Οι μύθοι δεν αντιμετωπίζονται πάντα μόνο με λατρεία

Το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία δικαίως θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες γερμανόφωνες δημιουργούς του 20ού αιώνα. Τιμώντας τη μνήμη της, απονέμεται ήδη σχεδόν μισό αιώνα το ομώνυμο λογοτεχνικό βραβείο, το οποίο θεσμοθέτησε η γενέτειρα πόλη της το 1976, τρία χρόνια μετά τον πρώιμο και τραγικό θάνατό της στη Ρώμη, και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία για γερμανόφωνους συγγραφείς.

Μέχρι τον θάνατό της, πέρα από κάποια ποιήματα και διηγήματά της που είχαν δημοσιευτεί σε κάποια περιοδικά το διάστημα 1948-1951, είχαν μεταδοθεί από το ραδιόφωνο τα ραδιοφωνικά έργα της Ένα μαγαζί με όνειρα (Ein Geschäft mit Träumen, 1952), Τα τζιτζίκια (Die Zikaden, 1955) και Ο καλός θεός του Μανχάταν (Der gute Gott von Manhattan, 1958)· είχαν ανέβει σε δικό της λιμπρέτο οι όπερες Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ (Der Prinz von Homburg, 1960) και Ο νεαρός λόρδος (Der junge Lord, 1965)· και είχαν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές της Ο δανεισμένος χρόνος (Die gestundete Zeit, 1953) και Επίκληση της Μεγάλης Άρκτου (Anrufung des Großen Bären, 1956), οι συλλογές διηγημάτων της Το τριακοστό έτος (Das dreißigste Jahr, 1961) και Ταυτόχρονα (Simultan, 1972) καθώς και το μοναδικό μυθιστόρημά της Μάλινα (Malina, 1971).

Photo: pa brandstätter votava

Για το δημοσιευμένο λογοτεχνικό έργο της, το οποίο, όσο η ίδια ήταν εν ζωή, αποτελούνταν από τρία ραδιοφωνικά έργα, δύο λιμπρέτα, δύο ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα είχε λάβει το Βραβείο της Γκρούπας 47 (1953), το Λογοτεχνικό Βραβείο της Ελεύθερης Χανσεατικής Πόλης της Βρέμης (1957), το Βραβείο Ραδιοφωνικού Έργου των Τυφλών Πολέμου (1959), το Γερμανικό Βραβείο Κριτικών (1961), το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ (1964), το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1968) και το Λογοτεχνικό Βραβείο Άντον Βίλντγκανς του Συλλόγου Αυστριακών Βιομηχάνων (1971), ενώ είχε εκλεγεί αντεπιστέλλον μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Ντάρμσταντ το 1957 και μέλος της Ακαδημίας Τεχνών στο Βερολίνο το 1961. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτές οι διακρίσεις· τον Αύγουστο του 1954 η 28χρονη διδάκτωρ φιλοσοφίας και ποιήτρια είχε γίνει εξώφυλλο στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel. Κάτω από τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο αναγραφόταν: «ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΓΚΕΤΟ. Νέες Ρωμαϊκές Ελεγείες: Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (βλ. «Ποίηση»)».

Η πρώτη νεκρολογία που δημοσιεύτηκε για την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γράφτηκε από τον Χάινριχ Μπελ (1917-1985), με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, και δημοσιεύτηκε στο Der Spiegel στις 22 Οκτωβρίου 1973, πέντε ημέρες μετά τον θάνατό της. Πολύ εύστοχα και διορατικά, ασφαλώς, έγραφε ο Χάινριχ Μπελ ότι κανένας δεν θα έπρεπε να βιαστεί να συνδέσει τον φρικτό τρόπο θανάτου της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν με τον κύκλο μυθιστορημάτων που σχεδίαζε να γράψει υπό τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου» και ν’ αρχίσει να αναζητά στο έργο της υπαινιγμούς ή προαισθήματα της συγγραφέως για έναν θάνατο από πυρκαγιά. Μάταια όμως. Πολλές φορές θα γινόταν στο εξής ιδιαίτερη αναφορά και σύνδεση του θανάτου της συγγραφέως με τις παρακάτω προτάσεις από την προτελευταία παράγραφο του Μάλινα: «Ούτε συναγερμός, ούτε σειρήνες. Δεν έρχεται κανένας για βοήθεια. Ούτε το ασθενοφόρο των Πρώτων Βοηθειών ούτε και η αστυνομία». Στην πραγματικότητα είχε γίνει αυτό που διαπίστωνε ο Χάινριχ Μπελ στη νεκρολογία του για την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν: η λογοτεχνική κοινότητα είχε διαπράξει τη φρικαλεότητα, κατά τον Μπελ, να μετατρέψει εντέλει την ίδια τη δημιουργό σε λογοτεχνία, σε εικόνα, σε μύθο. Και είναι κοινός τόπος ότι οι μύθοι δεν αντιμετωπίζονται πάντα μόνο με λατρεία.

Μετά τον θάνατο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειάς της, συγκεκριμένα η 72χρονη μητέρα της, η έναν χρόνο μικρότερη αδελφή της και ο δεκατρία χρόνια μικρότερος αδελφός της, αφού ο πατέρας της είχε πεθάνει λίγους μήνες πριν από την ίδια, ήταν οι κληρονόμοι του έργου της και οι διαχειριστές του αρχείου της· οι άνθρωποι που τα επόμενα χρόνια θα αποφάσιζαν αφενός τι από τα κατάλοιπα της συγγραφέως και πότε θα δει το φως της δημοσιότητας, για να περάσει στην αθανασία, ενώ θα γίνεται και θα ξαναγίνεται αντικείμενο μελέτης, και αφετέρου τι θα μείνει θαμμένο για πάντα, ή τουλάχιστον μέχρι νεοτέρας. Συγχρόνως θα φωτοσκίαζαν με τις αναμνήσεις τους, ενίοτε και με φωτογραφικά ντοκουμέντα, το μεταθανάτιο πορτρέτο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν. Και δεν θα ήταν οι μόνοι.

 

Στους ανθρώπους που είχαν αναμνήσεις από την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν και μπορούσαν να τις δημοσιεύουν, ο καθένας τους για τους δικούς του λόγους, θα προσθέτονταν και οι μελετητές του βίου και του έργου της, οι οποίοι, ως είθισται, άλλοτε θα επικαλούνταν τον βίο, για να φωτίσουν το έργο της και άλλοτε θα επικαλούνταν το έργο της για να φωτίσουν τον βίο της. Οπτικά και ηχητικά ντοκουμέντα από αναγνώσεις και συνεντεύξεις της συγγραφέως θα κόβονταν και θα ράβονταν, θα μοντάρονταν με ντοκουμέντα από συνεντεύξεις συγχρόνων της, θα αποτελούσαν σκηνές και στιγμιότυπα αφιερωμάτων και ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο της, που θα τα συνόδευαν voice-over παρεμβάσεις των δημιουργών τους με σχόλια, απόψεις, εικασίες και συμπεράσματα· σε κάποιες από τις αφηγήσεις αυτές ουκ ολίγες φορές ο τίτλος του μυθιστορήματος Μάλινα ακούγεται «Μαλίνα», ένας αθώος παρατονισμός, γιατί κάποιος δεν πρόσεξε ή ίσως δεν άκουσε ποτέ ότι η συγγραφέας του μυθιστορήματος το προφέρει Μάλινα, όταν μιλά γι’ αυτό ή διαβάζει κάποιο απόσπασμά του.

 

Το 1976 ο Αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε θα γυρίσει σε τηλεταινία το ακροτελεύτιο διήγημα της τελευταίας συλλογής διηγημάτων που εξέδωσε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν. Τρία μονοπάτια για τη λίμνη (Drei Wege zum See), ο τίτλος του διηγήματος και της εξαιρετικής κινηματογραφικής μεταφοράς του νεαρού τότε Χάνεκε, θα γίνει και ο τίτλος ολόκληρης της συλλογής διηγημάτων Ταυτόχρονα στην αγγλική, γαλλική και ιταλική έκδοση της συλλογής αργότερα. Το 1986 ο Ξάβερ Σβαρτσενμπέργκερ θα γυρίσει την τηλεταινία Η υπόθεση Φράντσα, βασισμένη στο ομώνυμο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν,  που δημοσιεύτηκε το 1978 από τα κατάλοιπα της συγγραφέως. Το 1991 ο Γερμανός σκηνοθέτης Βέρνερ Σρέτερ θα μεταφέρει στον κινηματογράφο το Μάλινα, έχοντας αναθέσει τη διασκευή του σεναρίου στην Αυστριακή Ελφρίντε Γέλινεκ. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο της συγγραφέως, το 2023, η Γερμανίδα σκηνοθέτρια και σεναριογράφος Μαργκαρέτε φον Τρότα θα δημιουργήσει την αριστουργηματική ταινία Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν – Ταξίδι στην έρημο, με κύριο άξονα την ερωτική σχέση της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν με τον Μαξ Φρις, τον οποίο συνάντησε για πρώτη φορά στις 3 Ιουλίου 1958.

 

Στον απόηχο της διάλυσης αυτής της ερωτικής σχέσης ολοκληρώθηκε και το μυθιστόρημα Μάλινα, το οποίο πολλοί μελετητές είδαν και ως απάντηση της Μπάχμαν στο μυθιστόρημα του Φρις Mein Name sei Gantenbein, το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 1964, επτά χρόνια πριν από το Μάλινα, και στο οποίο είχε προτείνει διορθώσεις και η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, μετά την οριστική διάλυση της σχέσης τους τον Μάρτιο του 1963, τις οποίες και αποδέχθηκε ο Φρις. Οι μελετητές που υποστηρίζουν αυτή την άποψη παραπέμπουν συνήθως στην προτελευταία σκηνή του μυθιστορήματος, όπου ο Μάλινα μιλά στο τηλέφωνο: «Το όνομά μου; / Μάλινα.»

Είναι όμως πασιφανές ότι το Μάλινα υπερβαίνει ως δημιούργημα τα όποια στενά προσωπικά βιώματα της δημιουργού του· κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, βέβαια, ακριβώς επειδή η δημιουργός του διέθετε την ευφυΐα να εντάσσει τα προσωπικά βιώματά της στο ευρύτερο πλαίσιο. Και φαίνεται ότι σήμερα πια ως κοινωνία είμαστε σε θέση –κάπως περισσότερο απ’ ό,τι πριν από μισό αιώνα και κάτι– να αντιληφθούμε την επίκαιρη ριζοσπαστικότητα του Μάλινα και να αφουγκραστούμε τον αντιπατριαρχικό λόγο που δημιουργούσε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν με το έργο της.

 

Αλέξανδρος Κυπριώτης
Αθήνα, Οκτώβριος 2025

 

[Το παραπάνω κείμενο συμπεριλαμβάνεται ως Επίμετρο στην έκδοση Ingeborg Bachmann, Μάλινα, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις πότλατς, Αθήνα, 2025 (σελ. 311-314). Στο βιβλίο συνοδεύεται από 9 εκτενείς υποσημειώσεις (σελ. 314-322).]

 

Leave A Comment